Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Γι’ αυτό η ελληνική γλώσσα είναι μοναδική! Δείτε κάτι που δεν ξέρατε








Η ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία.Χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά, και αυτό που ελάχιστοι ακόμα ξέρουν είναι ότι κάθε λέξη στην ελληνική έχει μαθηματικό υπόβαθρο.
Τα γράμματα στην Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα σύμβολα. Όρθια, ανάποδα με ειδικό τονισμό, αποτελούσαν το σύνολο των 1620 συμβόλων που χρησιμοποιούνταν 
στην Αρμονία (Μουσική στα νεοελληνικά). Η πιο σημαντική τους ιδιότητα είναι ότι το κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική τιμή/αξία, κάθε γράμμα είναι ένας αριθμός, οπότε κατ επέκταση και κάθε λέξη είναι ένας αριθμός.
Μια τεράστια γνώση κλειδωμένη-κωδικοποιημένη μέσα λέξεις λόγω της μαθηματικών τιμών που έχουν. Ένας από τους Πρωτοπόρους επί του θέματος ήταν ο μέγιστος Πυθαγόρας. Οι αριθμοί, τα σχήματα, η αρμονία και τα άστρα έχουν κάτι κοινό, έτσι αντίστοιχα τα μαθηματικά (αριθμοί) η γεωμετρία (σχήματα) η αρμονία(μουσική) και η αστρο-νομία (αστήρ=α-χωρίς- στήριγμα + φυσικοί νόμοι που τα διέπουν) ήταν αδελφές επιστήμες κατά τον Πυθαγόρα, που με την συγκεκριμένη σειρά που αναφέραμε ήταν η σκάλα για την εξέλιξη (=εκ -του- έλικος, DNA) του νου-ψυχής προς τον Δημιουργό. Έναν Δημιουργό που δημιούργησε βάσει αυτών των τεσσάρων επιστημών. 27 σύμβολα-αριθμοί με αριθμητική αξία συνθέτουν το Ελληνικό Αλφάβητο, 3 ομάδες από 9 σύμβολα-αριθμούς η κάθε ομάδα, με άθροισμα κάθε ομάδας 45, 450, 4.500.
ΑΛΦΑ = 1+30+500+1= 532 =>5+3+2= 10 => 1+0= 1
ΕΝ = 5+50 = 55 => 5+5 = 10 => 1+0= 1
ΟΜΙΚΡΟΝ = 70+40+10+20+100+70+50= 360, όσες και οι μοίρες του κύκλου
Για να είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τα νοήματα των εννοιών των λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης πρέπει πρωτίστως να γνωρίζουμε κάποια πράγματα για την ίδια την Ελληνική γλώσσα.
Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία δεν είναι βασισμένη στο ότι κάποιοι απλά καθίσαν και συμφώνησαν να ονομάζουν ένα αντικείμενο «χ» ή «ψ» όπως όλες οι υπόλοιπες στείρες γλώσσες του κόσμου. Η Ελληνική γλώσσα είναι ένα μαθηματικό αριστούργημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε.
Η αρχή των πάντων είναι το ίδιο το Ελληνικό Αλφάβητο (το οποίο φυσικά δεν το πήραμε από κάποιον άλλον όπως θα δούμε παρακάτω διότι εκ των πραγμάτων δεν γίνεται). Τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου στο σύνολο τους ήταν 33 όσοι και οι σπόνδυλοι, οι 5 τελευταίοι σπόνδυλοι (που παίζουν τον ρόλο της κεραίας) έχουν άμεση σχέση με τον εγκέφαλο και αντιστοιχούν στα 5 τελευταία άρρητα γράμματα τα οποία γνώριζαν μόνο οι ιερείς* ένα από αυτά ήταν η Σώστικα (ή Γαμμάδιον) η οποία στα λατινικά έγινε swstika και οι Ναζί το έκλεψαν και την ονομάσανε Σβάστικα. Το σύμβολο αυτό είναι του ζωογόνου Ηλίου (Απόλλωνα), οι Ναζί το αντέστρεψαν για να συμβολίσουν το αντίθετο του ζωογόνου Ήλιου, δηλαδή του σκοτεινού θανάτου.
Υπήρχαν ακόμα κάποια γράμματα τα οποία στην πάροδο του χρόνου καταργήθηκαν όπως το Δίγαμμα (F), Κόππα (Q), Στίγμα (S’), Σαμπί (ϡ)
Ο Πυθαγόρας μας ενημερώνει για τα 3 επίπεδα της Ελληνικής γλώσσας τα οποία είναι τα εξής:
1. ομιλών
2. Σημαίνον (α. σήμα, β. σημαινόμενο)
3. Κρύπτον (α. διαστήματα β. κραδασμός γ. λεξάριθμος δ. τονάριθμος)
-Το πρώτο είναι η ομιλία
-Το δεύτερο είναι η σχέση του σήματος με το σημαινόμενο που θα αναλύσουμε παρακάτω
-Το τρίτο είναι το διάστημα (απόσταση & χρόνος), ο κραδασμός (που αφυπνίζει τον εγκέφαλο μέσω ιδιοσυχνοτήτων από τους δημιουργηθέντες παλμούς – Παλλάδα Αθηνά) ο λεξάριθμος (σχέση γραμμάτων και λέξεων με αριθμούς) και ο τονάριθμος (σχέση γραμμάτων και λέξεων με μουσικούς τόνους)
Το κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σε έναν αριθμό, αλλά και σε έναν μουσικό τόνο άρα γράμμα=αριθμός=τόνος (μουσικός), πράγμα που φανερώνει ότι στη γλώσσα μας πίσω από τα γράμματα-λέξεις υπάρχουν αριθμοί (λεξάριθμοι) και μουσικοί φθόγγοι (τονάριθμοι).
Οι 4 αδελφές επιστήμες κατά τον Πυθαγόρα ήταν:
1. Αριθμοί (μαθηματικά)
2. Σχήματα (Γεωμετρία)
3. Μουσική (Αρμονία)
4. Αστρονομία
Οι επιστήμες αυτές είναι αλληλένδετες και βρίσκονται η μια μέσα στην άλλη όπως οι Ρωσικές μπαμπούσκες. Συνδυάστε τώρα το αλφάβητο που εσωκλείει αριθμούς και μουσικούς τόνους με τις 4 αυτές επιστήμες.
1.Αστρονομία= αστηρ + νόμος, α-στηρ = αυτό που δεν στηρίζεται, άρα αστρονομία= οι συμπαντικοί νόμοι που διέπουν αυτό που δεν στηρίζεται κάπου, οι οποίοι έχουν να κάνουν με την μουσική (αρμονία), σχήματα (γεωμετρία) αριθμούς (μαθηματικά) και όλα αυτά με τον Αιθέρα ο οποίος περιβάλει τις ουράνιες σφαίρες.
2.Ο Πυθαγόρας άκουγε την αρμονία (μουσική) των ουρανίων Σφαιρών άρα μιλάμε μια γλώσσα η οποία έχει να κάνει με την ροή του σύμπαντος.
Η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για Η/Υ λόγω της μαθηματικότητας και μουσικότητας όχι μόνο του Αλφαβήτου-λέξεων, αλλά και των μαθηματικών εννοιών που γεννώνται π.χ. η λέξη ΘΕΣΙΣ γίνεται: συνΘεσις, επίΘεσις, κατάΘεσις, υπόΘεσις, εκΘεσις, πρόσΘεσις, πρόΘεσις, ανάΘεσις, διάΘεσις, αντίΘεσις κτλ κτλ αν τώρα αυτές τις λέξεις τις μεταφράσουμε στα Αγγλικά είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους.
Το ότι δεν γίνεται το Αλφάβητο να είναι αντιγραμμένο από κάπου αλλού φαίνεται από το ότι εν έτη 2300 π.Χ. (με μελέτες της Τζιροπούλου και άλλων και όχι το 800 π.Χ.) ο Όμηρος ήδη έχει στην διάθεση του 6.500.000 πρωτογενής λέξεις (πρώτο πρόσωπο ενεστώτα & ενικού αριθμού) τις οποίες αν τις πολλαπλασιάσουμε Χ72 που είναι οι κλήσεις, θα βγάλουμε ένα τεράστιο αριθμό ο οποίος δεν είναι ο τελικός, διότι μην ξεχνάμε ότι η Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα, ΓΕΝΝΑ.
Αν συγκρίνουμε τώρα π.χ. την Αγγλική γλώσσα που έχει 80.000 λέξεις εκ των οποίων το 80% είναι Ελληνικές όπως μας ενημερώνει το Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, και μετρήσουμε ότι αυτή η στείρα γλώσσα εξελίσσεται 1000 χρόνια, μπορούμε αβίαστα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο Όμηρος παραλαμβάνει μια γλώσσα η οποία έχει βάθος στον χρόνο 100.000 π.Χ? 500.000 π.Χ.? ποιος ξέρει…
Όμως η απόλυτη απόδειξη είναι η ίδια η μαθηματικότητα της, η οποία δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα του πλανήτη. Μην ξεχνάμε ακόμα το ότι ο Δημιουργός χρησιμοποιεί μαθηματικά για την δημιουργία, άρα η γλώσσα μας έχει αναγκαστικά σχέση με την πηγή (root-0/1).
Πριν όμως από το «Κρύπτον» υπάρχει το «Σημαίνον», δηλαδή η σύνδεση των λέξεων με τις έννοιες αυτών. Είπανε νωρίτερα ότι οι ξένες διάλεκτοι ορίστηκαν κατόπιν συμφωνίας, δηλαδή κάποιοι συμφώνησαν ότι το τάδε αντικείμενο θα το ονομάσουν «Χ», κάτι που κάνει τις γλώσσες στείρες, άρα δεν μπορούν να γεννήσουν νέες λέξεις, άρα δεν υπάρχει μαθηματικότητα, άρα δεν δύναται να περιγράψουν νέες έννοιες που υπάρχουν στην φύση, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος εφόσον δεν μπορεί να περιγράψει μέσω των νέων λέξεων καινούριες έννοιες μένει στο σκοτάδι, έτσι οι νευρώνες του εγκεφάλου δεν γεννούν νέους εν αντιθέσει με όσους χρησιμοποιούν την Ελληνική.
Πως θα μπορούσε π.χ. ο Άγγλος ή ο Γάλλος ή ο Χ, Υ με μια λέξη που έχει 10 έννοιες να περιγράψει με ακρίβεια άρα και σαφήνεια μια βαθύτερη έννοια; πόσο μάλλον τις πολλαπλές πλευρές αυτής; δεν μπορεί, να λοιπόν το γιατί όλα ξεκίνησαν εδώ. Το Σημαίνον λοιπόν είναι η σύνδεση του σήματος με το σημαινόμενο, δηλαδή η ίδια η λέξη είναι δημιουργημένη με τέτοιο τρόπο που περιγράφει την έννοια που εσωκλείνει μέσα της.
Παράδειγμα: Η ονοματοδοσία της λέξης ΚΑΡΥΟΝ (Καρύδι) προέρχεται από μια παρατήρηση της φύσης (όπως όλες οι λέξεις), δηλαδή όταν δυο κερασφόρα ζώα (Κριοί, τράγοι κτλ) τρα.κάρ.ουν με τα κέρ.ατα τους ακούγεται το «κρακ» ή «καρ», ο ήχος αυτός έδωσε το όνομα «κέρας» (κέρατο) το κέρας έδωσε το όνομα κράτα ή κάρα (κεφάλι) και το υποκοριστικό αυτού το Κάρυον (μικρό κεφάλι). το Κάρυον (καρύδι) μοιάζει καταπληκτικά με το ανθρώπινο κεφάλι και το εσωτερικό του με εγκέφαλο.
Το Υ είναι η ρίζα του ρήματος ΥΩ (βρέχω) όπου υπάρχει το Υ υπάρχει κοιλότητα (ή κυρτότητα) δηλαδή θηλυκώνει κάτι, η βροχή (υγρό στοιχείο) μπαίνει (θηλυκώνεται) μέσα στην γη.
Το μουσικό – αριθμητικό αλφάβητο δημιουργεί μουσικο – μαθηματικές λέξεις οι οποίες περιγράφουν αντίστοιχες έννοιες, οι οποίες προέρχονται από την παρατήρηση της φύσεως δηλαδή της Δημιουργίας άρα κατ επέκταση του ίδιου του Δημιουργού, αλλά η ερώτηση είναι πόσες χιλιετίες μπορεί να χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί αυτό το τέλειο μαθηματικό σύμπλεγμα που τα γράμματα είναι αριθμοί και συνάμα μουσικοί τόνοι και οι λέξεις δηλαδή το σύνολο των αριθμών και των μουσικών τόνων κρύβουν μέσα τους εκτός από σύνθετες μουσικές αρμονίες, έννοιες οι οποίες δεν είναι καθόλου τυχαίες αλλά κατόπιν εκτενέστατης παρατηρήσεως της φύσης;
Ευλόγως λοιπόν ο Αντισθένης μας υπενθυμίζει «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις»




Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Η Φυσική και η ζωή των ανθρώπων






Βασίλης Κωνσταντούδης

Φαντασθείτε ένα παιδί, ίσως εσείς, ίσως εγώ, πριν από λίγα ή πολλά χρόνια, να κάθεται στα μαθητικά θρανία και να βλέπει τους καθηγητες της φυσικής να παρελαύνουν μπροστά του και μαζί τους η ταχύτητα και η επιτάχυνση, οι μονάδες μέτρησης SI, οι νόμοι του Νεύτωνα, και oνόμος της Παγκόσμιας Έλξης, η ελεύθερη πτώση, η τριβή στα κεκλιμένα επίπεδα, ο νόμος του Coulomb, η ηλμ επαγωγή, οι μονωτές και οι ημιαγωγοί,  οι εξισώσεις του Maxwell, οι ταλαντώσεις και ο συντονισμός, τα κύματα, ο 2ος νόμος της θερμοδυναμικής, η σταθερά των ιδανικών αερίων και της ταχύτητας του φωτός, τα άτομα και τα μόρια, η εντροπία, η κβαντική μηχανική, ο Αινστάιν και οι μαύρες τρύπες.


Το ίδιο παιδί, εσείς ή εγώ, λίγα ή πολλά χρόνια μετά, μιά καλοκαιρινή νύχτα με ξαστεριά σε κάποια ακροθαλασιά, σηκώνει το κεφάλι και δίχως να ξέρει το γιατί, κοιτάει τον απέραντο μαύρο θόλο του ουρανού κατάστικτο με τα αναβοσβήνοντα φωτεινά σημαδάκια των αστεριών, καθηλωτικό στη απόλυτη σιωπή και την μακρινή ομορφιά του. Τα κοιτάει και θέλει να πεί κάτι αλλά δεν ξέρει τι, θέλει να σκεφθεί κάτι αλλά πάλι δεν ξέρει τι. Μέσα στο μυαλό του αποσπασματικές επιστημονικές γνώσεις για την μεγάλη έκρηξη, το χρόνο που χρειάζεται για να φτάσει το φως των αστεριών σε εμάς, για άλλα πλανητικά  συστήματα, για τη ζωή των αστεριών, για το άπειρο του σύμπαντος. Και μαζί, το θάμβος, η απορία, το μυστήριο που αποπνέει η θέα του έναστρου ουρανού, ξεχασμένοι στίχοι ποιημάτων, φιλοσοφικά αποφθέγματα που κάποτε διάβασε και ίσως κάποια παλιά δόξα σοι να στριμώχνονται στο λαβύρινθο του βλέμματος αναζητώντας τη διέξοδό του. Αλλά μπορεί και τίποτε από τα παραπάνω. Μόνο ένα βλέμμα και ένα ερώτημα: Γιατί υπάρχουν όλα αυτά;


Αυτό το παιδί, λίγο πριν λίγο μετά δεν έχει σημασία, θα προσπαθήσει να κάνει φιλίες, θα προδωθεί και θα προδώσει, θα συγχωρήσει και θα πεισμώσει, και κάποια στιγμή θα ανθίσει μέσα του το λουλουδάκι του έρωτα με τις ευωδιές αλλά και τα αγκάθια του. Θα ματώσει και θα ωριμάσει. Θα ανακαλύψει το σώμα του, θα προσπαθήσει να χορέψει, να  τραγουδήσει, θα γραφεί σε αθλητικές ομάδες, θα δοκιμάσει τις αντοχές του. Και ακόμη πιό μετά, θα προσπαθήσει να στήσει το σπιτικό του, θα παλαίψει με τη διαφορετικότητα του άλλου, θα χαρεί τη συνύπαρξη, θα γιορτάσει τη γέννηση των παιδιών, θα ξενυχτήσει στο κλάμα τους, θα γελάσει με το γέλιο τους, θα αισθανθεί μία νέα ευθύνη να ξεπηδά από μέσα του.


Παράλληλα, θα βγει στην κοινωνία, θα αναρωτηθεί για τα ευρύτερα πλαίσια της ζωής του, τη σχέση του με την πολιτεία που ζει, το κράτος, τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και τους νόμους της. Θα συντονισθεί με αυτούς χωρίς πολλές φορές να το καταλάβει, θα τον διαμορφώσουν, άλλες φορές θα διαμαρτυρηθεί, θα ονειρευτεί και ίσως παλαίψει για κάτι καλύτερο, θα διαψευσθεί και ξανά θα ονειρευτεί. Ταυτόχρονα, θα έλθουν οι δύσκολες επιλογές, ο πονοκέφαλος των κρίσιμων αποφάσεων, τα διλήμματα, τα αδιέξοδα προβλήματα. Και μαζί θα συνοδεύσει αγαπημένα πρόσωπα στον δύσκολο δρόμο της αρρώστειας, και ίσως στον τελικό αποχαιρετισμό. Και έτσι θα συνεχίσει...


Και η φυσική που έμαθε; Οι νόμοι, οι ορισμοί, οι εξισώσεις, οι εξηγήσεις των φαινομένων, τα πειράματα, η γνώση του φυσικού κόσμου των μαθητικών του χρόνων και όχι μόνο; Τι σχέση έχουν με όλα αυτά, δηλ. με τη ζωή του; Τόσες ώρες, διαβάσματα, ασκήσεις, εξετάσεις, και τελικά τι μένει; Ποιά η σχέση της Φυσικής με τη ζωή του στο σπίτι, στην κοινωνία, στη δουλειά, με τη ζωή μέσα του; Ποιά η σχέση της Φυσικής με τη ζωή των ανθρώπων; 

Γράφω αυτές τις γραμμές πατώντας κάποια πλήκτρα και βλέποντας τα αντίστοιχα γράμματα να ξεπηδούν διαδοχικά στη λευκή οθόνη του υπολογιστή. Πώς γίνεται αυτό; Τι διαμεσολαβεί τη σύνδεση του αιτίου και του αποτελέσματος; Μα και φυσικά ... η Φυσική. Τα εκατομμύρια τρανζίστορς που υπάρχουν στο εσωτερικό των επεξεργαστών των υπολογιστών αλλά και όλων των ηλεκτρονικών συσκευών (κινητά, tablets, αισθητήρες σε αυτοκίνητα και όλες τις ηλεκτρικές συσκευές) λειτουργούν με βάση τη φυσική των ημιαγωγών, την ηλεκτρική συμπεριφορά τους που καθορίζεται κυρίως  από την κβαντική μηχανική.  

Αλλά δεν είναι μόνο οι επεξεργαστές και τα τρανζίστορς. Η φυσική με τους διάφορους κλάδους της διατρέχει οριζόντια σχεδόν όλη την τεχνολογική βάση του πολιτισμού μας, αυτής που μεταφορικά μπορεί να χαρακτηρισθεί ως το τεχνολογικό ασυνείδητο της κοινωνίας μας, αφού μας επηρεάζει χωρίς οι περισσότεροι να το γνωρίζουμε.


 Ας σκεφτούμε τους δορυφόρους που παρέχουν πλήθος χρήσιμων πληροφοριών και οι οποίοι κινούνται γύρω από τη γή και σε τροχιές που καθορίζονται από την κλασική μηχανική και τους νόμους του Νεύτωνα, όλη την τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών που βασίζεται στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία και τις εξισώσεις του Maxwell, αλλά και τις εφαρμογές στην Ιατρική: Την μαγνητική, αξονική και ποζιτρονική τομογραφία, την παλαιότερη αλλά και σήμερα σωτήρια ακτονογραφία ακτίνων X, την εκτεταμένη χρήση των λέηζερ και των υπερήχων σε πολλούς τομείς της Ιατρικής, αλλά και το πιό πολύτιμο δώρο της φυσικής στις υπόλοιπες επιστήμες: τα μικροσκόπια (οπτικό, ηλεκτρονικό, ιοντικό, ατομικό) που βασίζονται στη φυσική της αλληλεπίδρασης του φωτός, των ηλεκτρονίων, ιοντων και ατόμων με την ύλη.


Αλλά δεν είναι μόνο το τεχνολογικό ασυνείδητο της κοινωνίας που φέρνει κοντά τη φυσική με τη ζωή μας, όσο μπορεί να τη φέρει. Είναι και η συμβολή της στην κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλει και μας απαρτίζει. Και αυτό γιατί η φυσική κυρίως με τους κλάδους της ατομικής και μοριακής φυσικής αποτελεί τις ρίζες του δένδρου της γνώσης του κόσμου αφού προσφέρει τη βάση και τα εργαλεία για την ερμηνεία των χημικών διεργασιών και φαινομένων, και αυτά με τη σειρά τους βοηθούν στην κατανόηση της βιολογίας στις διάφορες βαθμίδες της από τα μοκρομόρια, και τα κύτταρα ως τους ιστούς, τους οργανισμούς και τις κοινωνίες τους. Κατά συνέπεια η φυσική αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας και της ιεραρχικής δομής του αφού καθορίζει τη συμπεριφορά των θεμελιακών στοιχείων του. 

Πίσω από κάθε τι που κοιτάμε και πιάνουμε υπάρχουν άτομα και μόρια και μέσα σε αυτά τα περίφημα στοιχειωδη σωμάτια. Και αυτή η ατομική σύσταση των πάντων (η σημαντικότερη γνώση της φυσικής κατά τον Φέινμαν) μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ενοποιό νήμα που διατρέχει και φέρνει κοντά όλο το σύμπαν. Οι διαφορές δεν είναι τόσο στη στοιχειακή δομή των πραγμάτων όσο στα ανώτερα επίπεδα οργάνωσής τους.
Ακούγονας τα παραπάνω σίγουρα θα σκέφτεστε ότι κάτι έχουμε ξεχάσει σε αυτή την περιγραφή των σχέσεων της φυσικής με τη ζωή μας. Ο άνθρωπος δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνολογία, τη χημεία και τη βιολογία. Έχει βαθύτερες επιδιώξεις. Θέλει να καταλάβει το ίδιο το σύμπαν, να ξεκλειδώσει τα μυστικά του και να βρει έναν κώδικα επικοινωνίας μαζί του. Και σε αυτό η συμβολή της φυσικής είναι μοναδική. Η βασική γενέθλια ιδέα της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα ήταν η ενοποίηση της φυσικής των ουράνιων και γήινων φαινομένων. 

Η ίδια βαρυτική έλξη καθορίζει την πτώση μιάς μικρής πέτρας στη Γη αλλά και την κίνηση ενός αστέρα σε έναν μακρινό γαλαξία. Η ιδέα αυτή μαζί με τις σύγχρονες διατυπώσεις και ερμηνείες από τις θεωρίες σχετικότητας του Αϊνστάιν, όπως και τη συγχρονη τεχνολογία των τηλεσκοπίων οδήγησαν σε μία επαναθεώρηση των παλαιοτέρων δοξασιών για ένα σταθερό και αμετάβλητο σύμπαν και αποτελούν τη βάση της σύγχρονης κοσμολογίας της μεγάλης έκρηξης και του συνεχώς διαστελλόμενου σύμπαντος, της σκοτεινής μάζας και της ακόμη σκοτεινότερης ενέργειας.


Το παιδί της αρχής της ομιλίας μας, γυρίζει και με κοιτάει ξανά. Ναι η φυσική είναι η γλώσσα του τεχνολογικού ασυνείδητου των κοινωνιών μας. Η γνώση της μας βοηθάει να το καταλάβουμε καλύτερα και να το φωτίσουμε. Ναι η φυσική είναι η βάση του οικοδομήματος των φυσικών επιστημών και η γνώση της αποκαλύπτει τη συμπεριφορά των θεμέλιων στοχείων του. Ναι η φυσική είναι το μεγάλο παράθυρο που ανοίξαμε για να κοιτάξουμε την πραγματική δομή του σύμπαντος.  Αυτό είναι όλο ή Υπάρχει και κάτι πέρα από αυτά που πηγαίνει βαθύτερα στην ψυχή του ανθρώπου που αγγίζει τις ουσιαστικότερες ευαισθησίες του; Τι βαθύτερο αποκάλυψε για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση αλλά και για τον ίδιο τον άνθρωπο; Με άλλα λόγια, ποιά είναι η ανθρωπιστική κληρονομιά της φυσικής, η συμβολή της στην ίδια την εμβάθυνση της εμπειρίας του ανθρώπου;


Ας ξανασκεφτούμε για λίγο και από απόσταση όλη αυτή την εποποία της φυσικής των τελευταίων αιώνων. Ποιά είναι το βασικά της χαρακτηριστικά;


Το πρώτο και το οποίο υπαινιχθήκαμε παραπάνω είναι ότι αποτελεί μία επιτυχημένη σύνθεση των βαθύτερων φιλοσοφικών/μετφυσικών ανησυχιών του ανθρώπου με τις πιό πρακτικές ανάγκες του. Της νοσταλγίας του για Ουρανό με τη γήινη εμπειρία του και γνώση, της επιθυμίας του για βαθιές κατανοήσεις με την αντιμετώπιση καθημερινών προβλημάτων. Στην ιστορία της φυσικής αυτή η σύνθεση αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη και νομίζω ότι αποτελεί ένα μεγάλο σχολείο έμπνευσης για τη γόνιμη προσέγγιση κάθε πλευράς της ζωής μας.  


Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι αυτό που ο Αινσταιν ονόμαζε το πιό ακατανόητο πράγμα: δηλ. η κατανοησιμότητα του σύμπαντος. Είναι όντως ακατανόητο μυστήριο πώς ένα αποτέλεσμα, αναβαθμός της συμπαντικής εξέλιξης όπως ο άνθρωπος μπορεί να κατανοησει το σύνολο του σύμπαντος έστω μερικά. Αυτό αποκαλύπτει μιά βαθειά φιλότητα του σύμπαντος ως προς τον άνθρωπο για να θυμηθούμε τον Εμπεδοκλή, υπαινίσσεται ότι υπάρχει μία ανεξιχνίαστη αρμονία μεταξύ ανθρώπου και σύμπαντος, μία συγγένεια τους ίσως. Σήμερα που όλο και πιό πολύ τα μικροσκόπια και τηλεσκόπιά μας στρέφονται προς την ίδια την κοινωνία μας και τα πολύπλοκα δίκτυα της, αυτή η τέχνη της φυσικής να αποκαλύπτει βαθύτερες φιλίες και κρυμμένες συγγένειες μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική και χρήσιμη στην κατανόηση εντέλει των ίδιων των εαυτών μας και των πολύπλοκων εκφάνσεών τους.


Τέλος πίσω από τα βασικά ερωτήματα της φυσικής κρύβεται μία παιδικότητα να θέτεις τετριμένα ερωτήματα  (όπως γιατί πέφτουν τα πράγματα όταν τα αφήνουμε από κάποιο ύψος μόνα τους) και να ψάχνεις βαθιές απαντήσεις σε αυτά (όπως αυτές της Γενικής Θεωρίας Σχετικότητας για την καμπύλωση του χωροχρόνου στο προηγούμενο ερώτημα). Η έκπληξη της απάντησης δηλ. απαιτεί μία παιδικότητα στην ερώτηση συνδυασμένη με απαιτητικότητα στην αναζήτηση. Και πίσω από όλα αυτά μία βαθιά αισιοδοξία ότι τα ερωτηματά μας θα βρουν τελικά το δρόμο τους και άρα αξίζει να διερευνηθούν.


Σύνθεση ουράνιων αναζητήσεων με γήινες ανάγκες, η ικανότητα κατανόησης ως τέχνη φιλίας και η σύνδεση παιδικότητας και εμβάθυνσης αποτελούν τρεις ευρύτερες συνεισφορές της φυσικής στη ζωή των ανθρώπων. Μέχρι τώρα. Γιατί το ερώτημα της σχέσης της φυσικής με τη ίδια τη ζωή μας σε όλες τις άπειρες εκφάνσεις της αποτελεί το μεγάλο στοίχημα και τη μεγάλη πρόκληση της φυσικής σήμερα. Ένα από τα πιό χαρακτηριστικά στοιχεία της κρίσιμης φάσης που διανύει.  Δεν ξέρουμε ποιό θα είναι το επόμενο βήμα και πώς θα μοιάζει η φυσική του μέλλοντος.

 Ένα μόνο ξέρουμε. Ότι για να είναι αντάξιο της δυναμικής και των προσδοκιών των προηγούμενων βημάτων αλλά και της καθολικότητας του ανθρώπου που υπηρετεί μας χρειάζεται όλους, φυσικούς και μη. Χρειάζεται τη συνάντηση με την κοινωνία σε όλες τις πτυχές της. Να συντονιστεί μαζί της, να δανειστεί και να δανείσει σε έναν κύκλο θετικής ανάδρασης και διαρκούς όσμωσης.


Το παιδί της ιστορίας μας που έχει πιά μεγαλώσει ξαναγυρνά στα μαθητικά θρανία, ξεφυλίζει τα σχολικά βιβλία φυσικής, θυμάται τον κ. Νεύτωνα και τους νόμους του, τον Γαλιλαίο και την ελεύθερη πτώση, το Μάξγουέλ και την ηλμ θεωρία του φωτός, τον Άλμπερτ Αινστάιν και τη σχετικότητα και μαζί τους όλους τους καθηγητές φυσικής που αγωνίστικαν να τον κάνουν μέτοχο αυτων όλων των γνώσεων. Θυμάται τα δικά του ερωτήματα κάτω από τα αστέρια, τις νεανικές ελπίδες του, τις μεταγενέστερες διαψεύσεις του, τα διλήμματα, τα νέα ερωτήματα.  Κλείνει τα βιβλία και κατευθύνεται προς το ανοιχτό παράθυρο. Κοιτά έξω τον απέραντο κόσμο και ναι τώρα είναι έτοιμος για το μεγάλο ταξίδι. 


* Κύριος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας – ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» 


Εκδήλωση της ΕΕΦ για τον καθ. Π. Βαρώτσο του ΒΑΝ. ΤEI Αθηνών 17/12/2016. 





Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Γ. Βαρθαλίτης: Τα Λήμματα του Νίκου Καζαντζάκη στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη




Γιώργος Βαρθαλίτης

Όταν ήμουν έφηβος, αλλά και αργότερα, προσπαθώντας να «μυηθώ» στον χώρο του πνεύματος, αναζητούσα οδηγούς που θα με εισήγαγαν στην πολιτεία των ιδεών. Ο ουρανός της τέχνης και της σκέψης, όχι λιγότερο συναρπαστικός από τον άλλον, με τους ποικιλώνυμους αστερισμούς του χρειάζεται κι εκείνος τον χαρτογράφο του. 

Οι γραμματολογίες, συνταγμένες συνήθως από ακαδημαϊκούς, δεν με βοηθούσαν όσο θα ήθελα. Οι πανεπιστημιακές ιεραρχίες με έκαναν καχύποπτο. Οι νέοι γραμματείς φρόντιζαν να σβήσουν κάθε ίχνος μαγείας κι ομορφιάς, όπως οι παλιότεροι κάθε φλόγα πίστης. Ποιος θα μπορούσε, λοιπόν,  να είναι καλύτερος χαρτογράφος από κάποιον που θεραπεύει κι ο ίδιος τον λόγο, με τις δύο σημασίες της λέξης;

   Έτσι ο Σεφέρης, με τις Μέρες  και τις Δοκιμές του, με εισήγαγε στο σύμπαν αξιών  της ηρωικής εποχής του Μοντερνισμού. Διάβασα για πρώτη φορά τα  ονόματα του Έλιοτ, του Βαλερύ, του Γέητς  μέσα στα πεζά του Σεφέρη.

   Παράλληλα, ο Παλαμάς, με το πλήθος των κριτικών κειμένων και των άρθρων του, μου αποκάλυπτε  άλλους, προγενέστερους αλλά εξίσου συναρπαστικούς αστερισμούς: αυτούς που κυοφόρησε ο θαλερός δέκατος ένατος αιώνας, τους ρομαντικούς, τους παρνασσικούς, τους συμβολικούς ακόμα και τους νατουραλιστικούς αστερισμούς, μ’ όλα τα λαμπερά άστρα τους – τους Μωπασσάν και τους Ουγκώ, τους Γκαίτε και τους Βύρωνες, τους Ιππολύτους Ταιν, τους Μαίτερλιγκ, τους Μπράουνινγκ.
   Πριν εγκύψω στα ίδια τα έργα, ήθελα να κορέσω την εγκυκλοπαιδική μου δίψα. Αναζητούσα με μανία πράγματα και ονόματα στον  Λεξικό του Ελευθερουδάκη, που υπήρχε στο σπίτι μας.

 Είχα ήδη προσβληθεί ανεπανόρθωτα από την αρρώστια των Λεξικών. Εκεί, ανάμεσα στα άλλα λήμματα, έβρισκα καταχωρήσεις, που με εντυπωσίαζαν με τις οξύαιχμες ρήσεις τους. Διέκρινα σ’ αυτά τη φλόγα μιας πολύ κοφτερής γραφίδας. Τα περισσότερά τους  σημείωναν στο τέλος το συντομογραφημένο όνομα του συντάκτη Ν. Καζ., που δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Καζαντζάκη. Τα λήμματα αυτά έγιναν για μένα, μαζί με τα άρθρα του Παλαμά, το vade mecum  μου κατά την εξερεύνησή μου της λογοτεχνικής ενδοχώρας.
    Ο Καζαντζάκης γράφει κυρίως για λογοτέχνες και στοχαστές, αλλά και για ανθρώπους της θρησκείας, για πολιτικούς ηγέτες και κοινωνικούς αναμορφωτές, καθώς και ποικίλα λήμματα που σχετίζονται με τον πολιτισμό ή τις θρησκείες.  Μέσα στα περιορισμένα πλαίσια, που του επιβάλλει η σύνταξη μιας εγκυκλοπαίδειας, φτιάχνει σαν επιδέξιος ζωγράφος  αριστουργηματικές μικρογραφίες  των προσωπικοτήτων που σκιαγραφεί, που όλες μαζί συνθέτουν μια εντυπωσιακή πινακοθήκη, μια δεύτερη μυριόβιβλο. 
   Ο Καζαντζάκης  ξεπερνά τα όρια της απλής πληροφόρησης. Προβαίνει σε ευθύβολες αξιολογήσεις και εύστοχους χαρακτηρισμούς. 
 Έτσι: «Ο Βύρων ως άνθρωπος και ποιητής, υπήρξεν είς των αρτιοτέρων εκπροσώπων του ρομαντισμού: ακόρεστος, υπερήφανος, ευέξαπτος, βίαιος, περιφρονητής της χρυσής μετριότητος και της ηρέμου ζωής, θεατρικός άμα και γενναιόψυχος», «Ο Δοστογιέφσκη  υπήρξε μέγας ψυχολόγος, απεκάλυψεν ολόκληρον σκοτεινόν κόσμον ταπεινών, ηλιθίων, εγκαταλελειμμένων εις τα πάθη των, θρησκευτικών μυστικοπαθών και κακούργων, με απαράμιλλον ακρίβειαν και βαθύτητα και με άπειρον ανθρώπινον πόνον και συμπάθειαν. 

Συνεδύασεν αρμονικώς την λεπτολόγον ανάλυσιν της πραγματικότητος με την βαθυτάτην πίστην. Υπήρξεν η βαθυτέρα και οδυνηροτέρα συνείδησις των τελευταίων χρόνων», «το χαρακτηριστικόν του [Ανατόλ] Φ[ρανς] έγκειται εις το σκεπτικιστικόν, φιλήδονον πνεύμα, το παιχνιδίζον υπεράνω πάσης ωρισμένης, και επομένως μεμερισμένης και στεγνής, πεποιθήσεως.»
   Κι όταν μάλιστα ο Καζαντζάκης μιλά για τις μεγάλες πνευματικές του αγάπες, τότε είναι που τον συνεπαίρνει ο οίστρος. Όπως στο λήμμα για τον Γκρέκο: «όσον ο Γ. γηράσκει, αντί να γαληνιά, ολοέν τουναντίον αισθάνεται αυξανόμενον τον πυρετόν της τέχνης του..[στα τελευταία έργα του]  τα σώματα έχουσιν επιμηκυνθή, απολυτρωθέντα του βάρους της σαρκός και ανερχόμενα ως φλόγες από της γης.  Παντού καταφαίνεται η αληθώς μαγική προσπάθεια του Γ. να καταστήση ορατόν το αόρατον.. Αι προσωπογραφίαι του Γ. έχουσι τοσαύτην ρεαλιστικήν  ακρίβειαν και συνάμα μυστικήν έντασιν, ώστε φρικιά τις ως ν’ ατενίζη φασματικήν συμπύκνωσιν του αιθέρος».
   Νομίζω πως έχει καταστεί ήδη εμφανές πως εδώ έχουμε κάτι πολύ περισσότερο από εγκυκλοπαιδικά λήμματα. Ο Καζαντζάκης μεταστοιχειώνει τη γνώση (και μάλιστα την πληροφοριακή τοιαύτην, που είναι μια κατώτερη μορφή της) σε ζωή. Η νεκρή πληροφορία ζωογονείται. 
   Τα Λήμματα είναι ένα βιβλίο των βιβλίων, ένα ιδιότυπο ευρετήριο που ταυτόχρονα είναι το ίδιο και γοητευτικότατο ανάγνωσμα. 

Και μάλιστα ανάγνωσμα που προτείνει μια νέα μορφή ανάγνωσης στους αντίποδες της ευθύγραμμης: ο αναγνώστης μπορεί να το ανοίξει σε οποιαδήποτε σελίδα. Πάντα θα συναντήσει κάτι ενδιαφέρον. Τόση ευρυμάθεια, σπάνια για κάθε εποχή, κι όμως δοσμένη έτσι που να μην κουράζει ποτέ!
    Τα Λήμματα δίνουν, όπως ήδη είπαμε, ένα γοητευτικό πανόραμα του ευρωπαϊκού –κι όχι μόνον- πνεύματος στις μέχρι τότε κορυφώσεις του, αλλά κι ένα πανόραμα της σύγχρονης του Καζαντζάκη δημιουργίας: ο αναγνώστης θα συναντήσει πλήθος ονόματα λησμονημένων σήμερα δημιουργών αλλά διάσημων στις μέρες τους. 

Πιστεύω πως θα ήταν κρίμα να τους προσπεράσει: κάποιοι από εκείνους θα είχαν να του δώσουν πολλά. 
     Είναι στην μοίρα των σπουδαίων συγγραφέων να διασώζονται απ’ τη λήθη και τα δευτερεύοντα έργα τους, ακόμα και τα πρωτόλειά τους  (αυτή είναι η περίπτωση ενός Καβάφη). Η περίπτωση του Καζαντζάκη όμως δεν είναι ακριβώς αυτή. Στον Καζαντζάκη κάποτε τα «περιφερειακά» του πονήματα είναι και καλύτερα και αρτιότερα   από άλλα που επέχουν κεντρική θέση  στο έργο του. 

 Φτάνει να συγκρίνουμε τα ταξιδιωτικά του με τις Τερτσίνες του, κάμποσες απ’ τις Τραγωδίες του, ακόμα και με τηνΟδύσσεια. Τα μείζονα έργα του Καζαντζάκη συχνά είναι λαμπρές αποτυχίες. Αντίθετα τα ελάσσονά του είναι εξαιρετικά. Σε τούτες τις εξαίρετες  ελάσσονες  πραγματώσεις ανήκουν, νομίζω, και τα Λήμματα.
  Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που τα διαφοροποιεί από τα άλλα ελάσσονά του: η γλώσσα τους. Ο ακραιφνής και μαχητικός δημοτικιστής Καζαντζάκης εμφανίζεται δεξιοτέχνης της καθαρεύουσας. Μιας καθαρεύουσας  άκρας λιτότητας και διαύγειας. 

   Οι μεγάλοι υπέρμαχοι του δημοτικισμού έγραψαν συχνά σε καθαρεύουσα αρτιότερη από τη δημοτική τους. Τα καθαρολογικά πεζά του Παλαμά είναι ανώτερα  από τα αντίστοιχα δημοτικά του.

  Ο Καζαντζάκης στο γλωσσικό κομμάτι δεν κέρδισε το στοίχημα του χρόνου. Η ιδιωματική δημοτική του, παρά τη δύναμή της, δεν κερδίζει πάντα τον σύγχρονο αναγνώστη. Θέλησε να φτιάξει μια δική του γλώσσα, αλλά αυτό το εγχείρημα, όταν δεν πραγματώνεται στην ποίηση αλλά στην πρόζα, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Αντίθετα, ένα παραδεδομένο και παγιωμένο σχήμα (η καθαρεύουσα) αναδεικνύει καλύτερα τις αρετές του. Όπως εδώ.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πλανόδιον

Ἄν δέν μοῦ ‘δινες τόν ἥλιο Κύριε




π. Βασίλειος Χριστοδούλου    
                                             
(Σχόλιο στόν «Ἀχτιδοϋφαντῆ»  τῆς Βασιλικῆς Νευροκοπλῆ)
 
Τό ‘χω παρατηρήσει. Ὅταν πεινᾶς μιά βοήθεια, κι ὄχι ἁπλῶς ἀναγνωστική τέρψη, ὁ Θεός σοῦ βάζει στό χέρι τό κατάλληλο βιβλίο. Δέν τό ‘χεις ἐσύ ἐπιλέξει, Ἐκεῖνος διαλέγει γιά σένα. Σάν τόν ἀχτιδοϋφαντῆ, τραβᾶ μιά ἀχτίδα ἀπό τόν ἥλιο Του, ὅπως μιά ὑφάντρα κλωστές ἀπ’ τό κουβάρι καί στήν ταχυδρομεῖ μέ τό βιβλίο Του. Ἐκεῖ πού διαβάζεις, ἀνάμεσα στό μάτι σου καί τό βιβλίο εἶναι μιά ἔκπληξη πού σέ θαμπώνει.Ἡ ἀχτίδα διεισδύει μέσα ἀπ’ τίς πάμπολες ρωγμές τοῦ πόνου σου. Προχωρᾶ δημιουργώντας ξημέρωμα μέσα σου. Ἐκεῖνος εἶναι καί σοῦ μιλᾶ, ἕνας Θεός καλοκαίρι. Διαβάζεις αὐτό πού χρειάζεσαι, αὐτό πού θά σοῦ δώσει ἀνάσες, αὐτό πού θά γίνει ἀπάντηση σέ ἐρωτήματα πού ὑπάρχουν καί δέν τολμήθηκαν, κουράγιο σέ ἀγωνίες πού κοντεύουν νά σοῦ πάρουν τήν πνοή.
Ὁ ἀχτιδοϋφαντῆς μοῦ δόθηκε σέ μιά μέρα πού τόν χρειαζόμουν. Ἦταν ἡ ἀπάντηση σέ ἕνα νόημα πού ἔψαχνα, γιά μιά προσπάθεια πού εἶχε ἀπό μέρους μου κατατεθεῖ καί πού στήν πορεία πληγώθηκε, κουράστηκε μένοντας μετέωρη πάνω ἀπό ἕνα τεράστιο ἐρωτηματικό. Τίποτα δέν πάει τελικά χαμένο, παρά μόνο ἐκεῖνο πού δέν προσπάθησες, ἐκεῖνο πού ἀπαξίωσες, ὅσα δῶρα ἄφησες νά γλιστρήσουν ἀπό τά χέρια σου ἀναξιοποίητα, μοῦ εἶπε μέ τήν γῶσσα τοῦ παραμυθιοῦ.    
Ἡ γλώσσα τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ἐκείνη πού ἀποδεσμευμένη ἀπό τά ὅρια μιᾶς ἐγκόσμιας λογικότητας, μεταλαμβάνει μιᾶς πραγματικότητας ὑπέρλογης, μέ ὄρους ἁπλοϊκούς, μυθικούς, παραμυθένιους. Ὄχι γιά νά χτίσει ἕνα ψέμα (μύθος) ἀλλά γιά νά μεταδώσει μιά ἀλήθεια, τόσο ὑπερβατική πού στήν ὀρθολογικότητα νά μοιάζει μέ φαντασία. Δέν χρησιμοποιεῖ τήν ἀπόδειξη, τήν προσπάθεια, τήν πειθώ, ἁπλῶς ἐκθέτει καί ἐκτίθεται. Ὅ,τι εἶναι ἡ σαλότητα γιά τόν πνευματικό τρόπο τοῦ βίου εἶναι τό παραμύθι γιά τήν πνευματική γραφή. Τό παραμύθι εἶναι ὁ σαλός τῶν πνευματικῶν γραφῶν. Ταπεινώνεται στόν τρόπο τῆς παιδικῆς γραφῆς, γλιτώνοντας τήν ἔπαρση μιᾶς «κατανόησης», γι’ αὐτό καί μπορεῖ εὐχερῶς νά ἀλητεύει στόν χῶρο τοῦ μυστηρίου. Γιά τό παραμύθι ὅλα παραμένουν χωρίς ὅρια, ἀπροσδιόριστα. Ἴσως γι’ αὐτό νά μπορεῖ νά λαφυραγωγεῖ κάτι ἀπό τό Μυστήριο, ἀπό τό ἀνείπωτο. 
Ὁ ἀχτιδοϋφαντῆς τῆς Βασιλικῆς Νευροκοπλῆ, εἶναι μία ἔμπνευση ἀπ’ ἀλλοῦ φερμένη, γιά νά συνοψίσει τό μυστήριο τῆς ζωῆς, τῆς κάθε ἡμέρας, τῆς δημιουργικότητας τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά γνωρίσουμε τήν κάθε ἀλλαγή μας, τήν δυνατότητα μετάνοιας, τήν στροφή στή ζωή μας σπορά ἡλιακή, σέ χρόνο καί μέ τρόπο ἄδηλο. Κάθε μέρα πού ξημερώνει δέν εἶναι γεγονός ἀστρονομικοῦ ἐνδιαφέροντος, τυπική ἐπανάληψη ρουτίνας συμπαντικῆς. Κάθε ἡμέρα δίνεται καί χαρίζεται, ἀφήνεται ὡς παρακαταθήκη, ὡς δυνατότητα πραγμάτωσης τῆς ζωῆς, ἀπό τόν Θεό γιά τόν ἄνθρωπο.  Κάθε μέρα ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν κόσμο γιά τόν ἄνθρωπο καί τοῦ τόν ἐμπιστεύεται γιά πορεία καθ’ ὁμοιωτική...
Κεντρικό στοιχεῖο στήν ὅλη διήγηση εἶναι ὁ ζωοδότης Ἥλιος. Καί ἡ Βασιλική τόν γράφει μέ τό «η» κεφαλαῖο, ὑποδηλώνοντας ἕνα πρόσωπο καί ὄχι τό προφανές, μιά ἀστρική δηλαδή μπάλα. Ἀκολουθεῖ τήν θεολογική μας παράδοση μέ τή δική της τεχνική. Μιά παράδοση πού ὀνόμασε τόν Χριστό «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» ἤδη ἀπό τή Γέννησή Του, γιά νά μαρτυρήσει ὅτι ἡ ζωή δέν εἶναι μιά τυχαιότητα, ἀποτέλεσμα ἐξελικτικῶν συμβάντων βιολογικῶν, ἀλλά προσωπικό ἔλλογο γέννημα τοῦ Θεοῦ, δημιουργική πνοή δική Του.
Στόν ἀχτιδοϋφαντῆ ξετυλίγεται τό μυστήριο τῆς ζωῆς, τό Θεϊκό δώρημα τῆς κάθε ἡμέρας.  Σ’ αὐτό βοηθᾶ καταλυτικά ἡ εἰκονογράφηση τῆς Αἰμιλίας Κονταίου. Τά πλάσματά της λεπτεπίλεπτα καί ἀέρινα, προεκτάσεις μιᾶς κίνησης δοτικῆς, πού μοιάζουν νά μήν ἔχουν τέλος. Σάν κάτι νά ‘χουν κλέψει ἀπ’ τόν Ρουμπλιώφ. Στά ἄκρα τους ἡ αἰωνιότητα.
Ἡ ὅλη ἱστορία κτίζεται πάνω στό μοίρασμα τοῦ ἥλιου. Ὁ Ἀχτιδοϋφαντῆς εἶναι ὁ «δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» Χριστός. «Αὐτός εἶναι πού κάθε μέρα, λίγο πρίν χαράξει, κάθεται πάνω στόν Ἥλιο κι ἀρχίζει νά τραβᾶ μιά μιά τίς ἀχτίδες του» δίνοντάς τες στούς «Ταχυδρόμους». Σ’ ἐκεῖνα τά φτιαγμένα ἀπό φῶς πλάσματα τῆς γειτονιᾶς τοῦ οὐρανοῦ, πού ἀναλαμβάνουν τήν εὐθύνη μεταφορᾶς τῶν ἀχτίδων σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τοῦ κόσμου, σ’ ὅλα τά πλάσματα τῆς γῆς. Καί κάπως ἔτσι κάθε ἡμέρα ξημερώνει...
Ὁ Ἥλιος δέν εἶναι ἕνα σπάταλο καί ἀπερίσκεπτο σκόρπισμα τοῦ Φωτός. Πρόκειται γιά εὐθύνη προσωπική. Εἶναι μοίρασμα ἔλλογο σέ κάθε ἄνθρωπο καί πλάσμα τῆς γῆς. Τό κάθε πλάσμα παίρνει τήν ἀχτίδα πού τοῦ πρέπει. Εἶναι ἡ ζωή καί οἱ προϋποθέσεις πραγμάτωσής της πού δίνονται. Οἱ ἄνθρωποι ξυπνοῦν καί συνειδητοποιοῦν τήν εὐθύνη διαχείρισης τοῦ Ἥλιου πού τοῦς δόθηκε. Κάθε ποίημα πού γράφεται, κάθε φαγητό πού μαγειρεύεται, κάθε λουλούδι πού ἀνθίζει, κάθε χέρι πού ἁπλώνεται, κάθε ἀγκαλιά πού ἀνοίγεται, κάθε σκέψη πού πραγματώνεται εἶναι τά ὑφαντά πού ὑφαίνονται ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ τίς ἀχτίδες τίς ἡλιακές. 
Ἄν δέν μοῦ ‘δινες τόν ἥλιο Κύριε δέν θά ‘χα τίποτα γιά νά ζήσω. Ὁ ἀχτιδοϋφαντῆς τῆς Βασιλικῆς Νευροκοπλῆ εἶναι ἡ μεταγραφή σέ γλῶσσα παραπλήσια μέ τήν ποιητική – σέ γλῶσσα παραμυθιοῦ,  τοῦ ἐκπληκτικοῦ ποιήματος τοῦ Βρεττᾶκου «Ἄν δέν μοῦ ‘δινες τήν ποίηση Κύριε»[1]. 
 
Ἄν δέ μοῦ ’δινες τήν ποίηση, Κύριε,

δέ θά ’χα τίποτα γιά νά ζήσω.

Αὐτά τά χωράφια δέ θά ’ταν δικά μου.

Ἐνῶ τώρα εὐτύχησα νά ’χω μηλιές,

νά πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,

νά γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,

ἡ ἔρημός μου λαό,

τά περιβόλια μου ἀηδόνια.
 
Γιά τόν ποιητῆ ἡ ποίηση εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ζωῆς. Εἶναι τό νόημα τῶν ὑπαρκτῶν, ὁ τρόπος τῆς εὐχαριστιακῆς πρόσληψής τους. Εἶναι ἡ ποίηση τό βιός του ὁλάκερο, καλλιεργημένο σέ ζωή. Ἡ ἄνικμη πέτρα κλωνοφυεῖ καί ἡ ἔρημος πολίζεται. Οἱ φοῦχτες γεμίζουν μέ ἥλιο σκορπίζοντάς τον σέ λέξεις. «Κρατοῦσα/ τήν πένα στό χέρι μου κι ὅπου/ ἔβρισκα ἥλιο, βουτοῦσα τήν ἄκρη της/  κ' ἔγραφα στίχους», θά ἐξομολογηθεῖ  σέ ἄλλο του ποίημα.[2] Σ’ αὐτή τήν πρώτη στροφή εἶναι ἡ γένεση τοῦ κόσμου του. Τά χωράφια δέν ὑπάρχουν (δέν εἶναι δικά του), οἱ μηλιές ἀνύπαρκτες, οἱ πέτρες νεκρές καί οἱ φοῦχτες του ἀσάλευτα κενές. Ἡ γῆ του ἐρημιά καί τά περιβόλια χωρίς τραγούδια. Τό ἀνύπαρκτο ὅμως ξημερώνει ὡς ὑπαρκτό. Ἡ ζωογόνος ποίηση μετασχηματίζει τό «ἀόρατον καί ἀκατασκεύαστον» τοῦ κόσμου του σέ πολύμορφη ζωή. Ὁ ποιητής συνειδητοποιεῖται στήν εὐθύνη τῆς ποίησης πού τοῦ δόθηκε. Νά τήν ἀξιοποιήσει, νά μήν σπαταληθεῖ.
Στόν ἀχτιδοϋφαντῆ τῆς Βασιλικῆς Νευροκοπλῆ βεβαιώνεται πώς ὁ Ἥλιος εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ζωῆς, «εὐτυχία χωρίς Ἥλιο δέν ὑπάρχει». Ὁ ἀχτιδοϋφαντῆς δίνει στούς Ταχυδρόμους του ἀπό μιά ἡλιαχτίδα κι «ἔτσι σιγά-σιγά ξημερώνει». Ὁ κόσμος ξυπνᾶ στή ζωή. Τό ταξίδι ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς δέν εἶναι εὔκολο. «Ἄλλοτε τούς ἐμποδίζει ἡ κακοκαιρία, ἄλλοτε τό σκοτάδι, καί καμιά φορά... οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι». 
Ὁ ποιητής στήν δεύτερη στροφή κομίζει τά ἀποτελέσματα τῆς ποίησής του μπροστά στόν μέγιστο Ποιητή τῶν πάντων:
 
Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες

τά στάχυα μου, Κύριε; Εἶδες τ’ ἀμπέλια μου;

Εἶδες τί ὄμορφα πού πέφτει τό φῶς

στίς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι  ἔχω ἀκόμη καιρό!

Δέν ξεχέρσωσα ὅλο τό χῶρο μου, Κύριε.

Μ’ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
 
Ἀσωτεύω τό γέλιο μου σάν ψωμί πού μοιράζεται.

 
Τό ἀδιαμόρφωτο καί ἀκατέργαστο μεταμορφώνεται σέ στάχυα καί ἀμπέλια. Τό κρασί καί τό ψωμί. Ὁ Θεός παρών ὄχι δικαιωματικά ἀλλά δουλεμένος στήν ὕπαρξή μας. Θά ὑπάρχει καί θά μεταλαμβάνεται ὅσο ἐμεῖς Τόν ζυμώνουμε, ὅσο οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀποστάζουμε. Ἀνοίγεται δρόμος γιά τό φῶς. Ὁ προσωπικός χῶρος ξεχερσώνεται. Ὁ ἥλιος ἀναπαύεται σέ κοιλάδες γαλήνιες καί τό φῶς σκάει ἀπό τό στόμα μοιράζοντας τήν ποιητική ὕπαρξη ψίχα-ψίχα σάν καρβέλι ψωμί.
Καί γιά τόν ποιητῆ τό ταξίδι τῆς ποίησης δέν εἶναι εὔκολο. Ὁ πόνος ὀργώνει τήν ὕπαρξη ἐπεκτείνοντας τά ὅριά της «κι ὁ κλῆρος του μεγαλώνει». 
«Τό βράδυ οἱ Ταχυδρόμοι ἐπιστρέφουν στόν Ἀχτιδοϋφαντῆ καί τοῦ περιγράφουν μέ κάθε λεπτομέρεια τά ὑφαντά τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνος τά ἑνώνει ὅλα μέ μεγάλη τέχνη σ’ ἕνα μοναδικό σεντόνι ὀνείρων καί μ’ αὐτό σκεπάζει ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τή γῆ». Καί οἱ ἄνθρωποι μαζί μέ τόν ποιητῆ κομίζουν ἐνώπιον τοῦ Ἀχτιδοϋφαντῆ-Λόγου τά πεπραγμένα τῆς ἡλιόποσής τους. Οἱ ἀνάσες τους συνειδητοποιοῦνται σέ ζωή κι ὄχι σέ ἐπιβίωση, κι «ἔτσι γράφουν ποιήματα οἱ ποιητές, οἱ μαγείρισσες μαγειρεύουν, οἱ χορευτές χορεύουν, καί ἄπειροι ἄλλοι κάνουν μέ κέφι τή δουλειά τους καί τήν τέχνη τους». Ὅλα αὐτά τά καθημερινά, τά ἐξαιρετικά μά καί  ἐπαναλαμβανόμενα, τά ἁπλά καί ἐπιτηδευμένα, εἶναι ἡ προσωπική σφραγίδα δουλειᾶς καί δημιουργίας τοῦ καθενός μας. Εἶναι ἡ ἀξιοποίηση τῆς προσωπικῆς μας ἡλιαχτίδας, γιά νά μήν πάει οὔτε μιά λάμψη της χαμένη. Ἄχ, νά μπορούσαμε νά διαβάζαμε τά συστατικά δημιουργίας τοῦ κάθε ὑφαντοῦ. Πόσο τοῖς ἑκατό ἡλιαχτίδα ἔχει, πόσο ξενύχτι, πόσα κλάματα καί πόνο. Προσοχή γιά τούς ἐνδυόμενους τήν ἀσφάλεια καί τίς βεβαιότητες! Μπορεῖ νά περιέχουν καί ἴχνη ἀπεκδύσεων,  ὑπολείμματα συντριβῶν...
Μέ ὅλα τοῦτα τά ὑφαντά τῶν ἀνθρώπων σκεπάζει ὁ Ἀχτιδοϋφαντής τήν γύμνωση τῆς γῆς. «Σεντόνι ὀνείρων» γιά νά ‘χουν θέση στήν ἐλπίδα κι ὅσοι ἀπέτυχαν, ὅσοι ἄφησαν ἀπρόσεχτα τίς ἡλιαχτίδες τους νά τούς γλιστρήσουν μέσα ἀπ’ τά χέρια. Νά μποροῦν καί ἐκεῖνοι, οἱ πολλοί, νά κοιμοῦνται κάτω ἀπ’ τόν κόπο τῶν λίγων, γιά νά ‘χουν μερτικό εὐκαιρίας καί στήν αὐριανή ἡμέρα.
Ἡ σύλληψη τῆς Βασιλικῆς ξαφνιάζει. Τήν εὐθύνη τῶν ἡλιαχτίδων δέν ἔχουν μόνο ὅσοι τίς λαμβάνουν ἀλλά καί ἐκεῖνοι πού τίς διακινοῦν, οἱ Ταχυδρόμοι. Κάθε χίλια χρόνια κάποιος θά παίρνει τή θέση τοῦ Ἀχτιδοϋφαντῆ. Ἡ ἀποστολή τους τώρα εἶναι νά διαλέξουν ἐκεῖνοι τόν κατάλληλο παραλήπτη τῆς ἡλιομεταφορᾶς τους καί νά φέρουν πίσω τά ἀποτελέσματα-ὑφαντά. Αὐτό θά εἶναι καί τό κριτήριο ἐπιλογῆς τοῦ νέου Ἀχτιδοϋφαντῆ. 
«Δέν ξοδεύω τόν ἥλιο σου ἄδικα/ Δέν πετῶ οὔτε ἕνα ψίχουλο ἀπ’ ὅ,τι μοῦ δίνεις» βεβαιώνει ὁ ποιητής. Τό ἴδιο θέλει νά διαπιστώσει καί ὁ Ἀχτιδοϋφαντῆς-Λόγος. Πολλές φορές καταναλώνουμε τόν ἥλιο ἐγωιστικά. Ὁ μικρός Χαρίτωνας Ταχυδρόμος εἶχε μπεῖ στόν πειρασμό αὐτό. «Εἶναι ἀλήθεια πώς πολλές  φορές τήν εἶχε φάει τήν ἡλιαχτίδα του, γιατί ὁ ἴδιος πεινοῦσε». Ὑπάρχουμε ὅμως γιά τούς ἄλλους καί ὄχι γιά τό ‘‘ἐγώ’’ μας, στόν βαθμό πού μοιραζόμαστε, ὅταν κομμάτι-κομμάτι δινόμαστε. Ἡ εὐθύνη εἶναι νά «μεγαλώσω τόν κλῆρο μου», ὄχι τόν ἐγωισμό μου. Ἄλλες φορές πάλι ἡ ἡλιαχτίδα μπορεῖ νά σβήσει, γιατί  ἀπαιτεῖ ἐγρήγορση, σπουδή σέ φωτοδιάρκεια. Ξεχνιόμαστε, ἀφηνόμαστε πάλι, ἀναβάλλουμε καί ἡ ἡλιαχτίδα θά ‘χει σβήσει μία χιλιετία πρίν.
Ἡ Βασιλική ἀλλάζει ξαφνικά τό σκηνικό καί μᾶς μεταφέρει σέ κάτι γνώριμο καί σκοτεινό. Σ΄ ἕνα ἐξελισσόμενο παρόν. Μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ Συρία καί Ἰράκ, Οὐκρανία καί Ἀφγανιστάν, Παλαιστίνη καί  Κουρδιστάν. Σέ μέρη ὅπου ὁ ἥλιος δέν ἔχει πρόσβαση, γιατί  ὁ ἄνθρωπος φροντίζει νά τόν «κλωτσᾶ». Ἰπτάμενοι σιδερόπτεροι, ἄλλης τάξης «Ταχυδρόμοι», πετοῦν καί σκιάζουν τή γῆ. «Γκρεμισμένα σπίτια καί χαλάσματα», τσιριχτές φωνές καί παιδιά νά τρέχουν προσπαθώντας νά κρυφτοῦν. 
«Γιατί σκέφτομαι τήν ἐρμιά καί τίς κατεβασιές τοῦ χειμῶνα/ Γιατί θά ‘ρθει τό βράδυ μου. Γιατί φτάνει ὅπου νά ‘ναι/ τό βράδυ μου, Κύριε». Ὁ «Βρεττᾶκος» τῆς Βασιλικῆς, ὁ μικρός Χαρίτωνας-Ταχυδρόμος, στέλνεται στήν ἐρμιά, στόν χειμῶνα τῆς καρδιᾶς. Ἐκεῖ πού ὁ ἄνθρωπος ἔχει κάνει τή ζωή ἀξημέρωτο σκοτάδι. Δέν ξόδεψε τίποτα ἀπό τόν ἥλιο πού τοῦ δόθηκε, δέν σπατάλησε οὔτε ἕνα κομμάτι  ἡλιοζωῆς. «Σοῦ ‘ρχεται νά πετάξεις ψηλά καί ἀπό κεῖ νά μοιράσεις δωρεάν τήν ψυχή σου»[3] συμπληρώνει κι ὁ Ἐλύτης ἐρχόμενος στή συντροφιά μας. Ὁ Χαρίτωνας ἀγναντεύει ἀπό ψηλά τόν ἀναγκεμό, τήν δίψα γιά φῶς «Δέν ἤξερα πού νά τή δώσω. Ἤθελα νά τήν κάνω χίλια κομματάκια καί νά τή μοιράσω σέ ὅλους». Ἡ εὐθύνη ὅμως δέν εἶναι οἱ πολλοί, εἶναι ὁ ἕνας πού θά ἐπηρρεάσει τούς πολλούς. Καί ἡ εὐθύνη δράσης ἀντίστοιχα ἡ δική μας δέν εἶναι ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, πρᾶγμα ἄλλωστε ἀδύνατο καί ἀκατόρθωτο. Εἶναι αὐτό τό ποίημα πού θά τ’ ἀφήσεις νά ταξιδεύει στό διάβα τῶν αἰώνων συγκλονίζοντας ἀσταμάτητα πολλούς. Εἶναι ὁ ἕνας ἄνθρωπος μέ τόν ὁποῖο αὔριο θά συναντηθεῖς. Εἶναι τό πρόσωπο πού θά ἐρωτευθεῖς, ἡ ἐνορία πού σοῦ ‘λαχε νά διακονεῖς, ἡ ἐπιστήμη μέ τήν ὁποία θά συμπορευθεῖς. Εἶναι ἡ μία καί μόνο κουβέντα πού αὔριο θά σοῦ ζητηθεῖ νά πεῖς, τό ἄγγιγμα πού ἱκετευτικά θά ἀναζητηθεῖ, ἡ μία καί μόνο γύμνια καί πεῖνα πού θά ἱκανοποιηθεῖ.
Τόν ἥλιο μπορεῖ ἕνα τόσο δά συννεφάκι νά τόν κρύψει. Τόν Θεό μπορεῖ ἕνα τόσο δά ἀνθρωπάκι νά Τόν σκοτώσει. Ὁ Ἥλιος ἀνατέλλει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς. Οἱ μέν πρῶτοι θά ἐξακολουθοῦν νά ζοῦν σέ μεσάνυχτα ἐνῷ ὁ ἥλιος θά μεσουρανεῖ , τήν ἴδια στιγμή πού οἱ δεύτεροι θά ἀπολαμβάνουν ἕνα Θεό καλοκαίρι. Καί τοῦτο διότι ὁ Ἥλιος ζητᾶ συνέργεια, ἀποδοχή προσωπική.
Ὁ Χαρίτωνας γνωρίζει πόσο εὐάλωτη εἶναι ἡ ἡλιαχτίδα του. Νοιώθει τήν εὐθύνη της ὅπως κι ὁ ποιητής τήν δική του: «να’χω κάμει πρίν φύγω τήν καλύβα μου ἐκκλησιά/ γιά τούς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης». 
Φυτεύει τήν ἡλιαχτίδα του ἐκεῖ πού ὅλα τοῦ φωνάζουν νά μήν τό κάνει. Κι ὅμως στήν ὕπαρξή του εἶναι πού θά ἐκκλησιασθοῦν χιλιάδες ἄλλοι. «Μ’αὐτό πού ἔκανες, Χαρίτωνα, πολλαπλασίασες ἀναρίθμητες φορές τήν ἡλιαχτίδα σου» τοῦ ὁμολόγησε ὁ Ἀχτιδοϋφαντῆς συγκινημένος. Καί τό πῶς, μένει  στόν καθένα, διαβάζοντας τό βιβλίο, νά τό μάθει... 
Ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐθύνη της ξεκινᾶ πάντα σέ σχέση δυαδική. Δουλεύεται μέ τήν ἔκσταση ἀπό τό ‘‘ἐγώ’’, στή συνάντηση μέ τόν ἄλλον σέ ἐπίπεδο προσωπικό. Σκοπός της ὅμως εἶναι νά γίνει τριαδική. Ἕνας ἀπεγκλωβισμός δηλαδή ἀπό τήν ἀσφάλεια τῶν δύο, στό ρίσκο τῆς πρόσληψης τοῦ κάθε ἄλλου, μέσα ἀπό μία ἀέναη κίνηση καθολικῆς περιχώρησης τῶν πάντων. Κι ἔτσι ὁ χῶρος τῆς ἀτομικῆς ἀσφάλειας, ἡ καλύβα, γίνεται ἐκκλησιά, κάλεσμα ὅλων σέ κοινή σύναξη ἀγάπης καί ἀλληλοπεριχώρησης. Τό ἴδιο καί ἡ ἀχτίδα τοῦ Χαρίτωνα, διακινδυνεύεται μέσα ἀπό τήν δυσκολία τῆς σκληροκαρδίας σέ ἄνοιγμα καί μοίρασμα καθολικό.
Τό παραμύθι τῆς Βασιλικῆς ὁλοκληρώνεται εὐχάριστα ἀλλά δέν τελειώνει. «Τό Φῶς εἶχε τρυπώσει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων κι ἐπιτέλους ἦταν εὐτυχισμένοι».  Ἡ ὁλοκλήρωση εἶναι αὐτή ἡ διαπίστωση, ἡ βεβαιότητα τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Φωτός. Ἡ διαχείρισή του ἀπό ὅλους μας ἡ ἀτέλεστη πορεία.
Καλοτάξιδος ὁ Ἀχτιδοϋφαντῆς σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῶν καρδιῶν, εὔχομαι. Οἱ ἀχτίδες του νά ὑφαίνουν ροῦχο γιά τή γύμνωση τοῦ κόσμου. Προσπάθησα καί ‘γω κάτι νά (γ)ράψω...
 
Σημειώσεις
[1]  Στή συλλογή «Ὁ χρόνος καί τό ποτάμι», «Τά Ποιήματα», τ.Α΄, ἐκδ.: ΤΡΙΑ  ΦΥΛΛΑ, 1999, σ. 257
[2]  Ποίημα «Κυριακή», ἀπό τή συλλογή «Παιχνίδια μέ τά χρώματα», «ΠΟΙΗΣΗ», τ.Β΄, ἐκδ.: ΤΡΙΑ ΦΥΛΛΑ  1999, σ. 135 
[3]  Ὀδ.Ἐλύτης, «Ἡμερολόγιο ἑνός ἀθέατου Ἀπριλίου», «ΠΟΙΗΣΗ», ἐκδ.: ΙΚΑΡΟΣ 2005, σ. 485




Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

O Δυτικός Ορθολογισμός ως πρόβλημα



Ολιβιέ Κλεμάν

Η μηχανή και το άτομο είναι παγκόσμια αποκτήματα του δυτικού πολιτισμού. Τον ερχομό τους επέτρεψε η βιβλική, και μόνον, αποκάλυψη.
 
Η Βίβλος απορρίπτει τις κοσμικές μαγείες. Ο Θεός δημιούργησε τα πάντα «εκ του μηδενός»: πράγμα που σημαίνει πως η δημιουργία προέρχεται από τη θεία βούληση, που της δίνει ταυτόχρονα σύσταση και θεϊκή διαφάνεια. Ο κόσμος δεν είναι μια αυταπάτη, ένας τάφος ή ένα φευγαλέο παιγνίδι του θείου• απαρχής, είναι μια πραγματικότητα ωραία και καλή, μια γλώσσα ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο. 

Ο τελευταίος έχει ως προορισμό του να γίνει, ταυτόχρονα, βασιλέας και ιερέας της γης. Έχει ως αποστολή του να καλλιεργήσει το περιβόλι του κόσμου και ν' αυξήσει την ομορφιά του. Ν' αποβεί κύριος όλων, αλλά με μια χειρονομία ζωογόνας προσφοράς... Ο Θεός, μέσα στον παράδεισο, προ της πτώσεως, αλλά, μυστικά, και ίσαμε σήμερα, ζητάει από τον άνθρωπο «να ονοματίσει τα ζώντα»: εργασία, ποίηση, ενορατική μελέτη σημαίνουν εδώ το ίδιο, ο άνθρωπος ανακαλύπτει την πνευματική ουσία των πραγμάτων, διακρίνει στο καθένα το θείο λόγο και, αφού τον οικειοποιηθεί, τον επιστρέφει στο Θεό, σφραγίζοντάς τον με τη δική του ιδιοφυία...
 
Ωστόσο, δεν παύουμε ν' αποτυγχάνουμε σ' αυτό το ρόλο, που μας απομένει ως νοσταλγία. Παρεμβαίνουν οι «δυνάμεις του σκότους», που προξενούν τη φρίκη στον κόσμο. Το ψέμα του Αδάμ και η φυγή του —«Αδάμ, που ει;»—, το κρίμα του Κάιν, η απόκρυψη του παραδείσου, η εμφάνιση του θανάτου ως παράδοξου φαινομένου που οδηγεί στο μηδέν, ιδού ακόμη η κατάστασή μας. Επιλήσμον του Θεού ο άνθρωπος, αλλά πάντοτε διψώντας τη θέωση, θα ήθελε να κατακτήσει τη γη. Τη θεία διαφάνεια των πραγμάτων τη μεταβάλλει σε καθρέφτη του Νάρκισσου. Τότε εισέδυσαν οι μαγείες στον κόσμο, η συμμαχία της βίας και του ιερού, η σύλληψη του κόσμου ως αυταπάτης και ως τάφου.
Μετά από μια μακρότατη προπαρασκευή, γεμάτη αίμα και φως, η οποία προσανατολίζει ολόκληρη την ιστορία και βρίσκει τον άξονά της στον προορισμό του Ισραήλ, ο Θεός έγινε άνθρωπος, για ν' αλλάξειτο νόημα του θανάτου και να ξανανοίξει στους ανθρώπους το πλήρωμα της κλήσεώς τους. Εν Χριστώ, ο άνθρωπος αποκαταστήθηκε στην αξία του «κατ' εικόνα Θεού» προσώπου, που υπερβαίνει έτσι αδιάκοπα τον κόσμο, αλλά είναι κεκλημένος, με την αναπομπή της ευχαριστίας, να μεταμορφώσει τον κόσμο σε «σώμα Θεού».
 
Ο διαλογισμός της αρχαίας Εκκλησίας —που συνθέτει τον κανόνα της πίστεως με το έργο των επτά μεγάλων οικουμενικών συνόδων— κατέστησε δυνατή στη Δύση την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής. Αυτός ο διαλογισμός έχει σφραγισθεί με το αίμα των μαρτύρων και το φως των μεταμορφωμένων οσίων. 

Οι μάρτυρες κατέστρεψαν τη μη διαφανή ιερότητα της εξουσίας, τη θεοποίηση του Κράτους: προσεύχονταν για τον αυτοκράτορα, αλλ' αρνούνταν να τον ονομάσουν θεό. Οι μοναχοί κατέστρεψαν τη μη διαφανή ιερότητα του έρωτος, της γης και των Άστρων. Έτσι, η ιστορία και το σύμπαν ξεριζώθηκαν από τους θεούς και αποδόθηκαν στον άνθρωπο: στο μέτρο, τουλάχιστο, που ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως δημιούργημα, του οποίου η τεχνική παραμένει στην υπηρεσία της ιερουργίας. Ίσαμε το 17ο αιώνα, τουλάχιστο, η επιστήμη εθεωρείτο ως μελέτη της θείας σοφίας που επενεργεί μέσα στο σύμπαν. 

Οι χριστιανικοί χρόνοι επεξεργάστηκαν τα γνωρίσματα ενός «θεοανθρωπισμού», κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβαν χώρα οι μεγάλες τεχνικές εφευρέσεις: για παράδειγμα, ο υδρόμυλος, ο ανεμόμυλος, στο βυζαντινό πολιτισμό, και ακόμη, στη Ρωμανική και πρώτη Γοτθική εποχή, όλη η δέσμη των ανακαλύψεων που σημαδεύει την αρχή της β' χιλιετηρίδας: αποφασιστική βελτίωση της άμαξας, μεγάλο άροτρο με ρόδες που πετούσε τα χώματα στα πλάγια, πυξίδα και τιμόνι στο πλοίο.


Τον ίδιο καιρό, οι οικουμενικές σύνοδοι επεξεργάστηκαν, για να προσεγγίσουν, αρχικά, το μυστήριο του θείου, έπειτα, εν Χριστώ, το μυστήριο της συγγένειας με τον άνθρωπο, την έννοια του προσώπου, για το όποιο δεν έχουμε πια σήμερα καμιά σχεδόν ιδέα, γιατί το συγχέουμε με την έννοια του ατόμου. Εν Θεώ, το πρόσωπο είναι ο μοναδικός «τρόπος υπάρξεως» της ανεξιχνίαστης θείας υπερουσίας: το πρόσωπο υπάρχει μονάχα εν σχέσει. 

Μέσα στο Σώμα του Χριστού, κάτω απ' τις φλόγες του Πνεύματος, ο άνθρωπος δέχεται τη δυνατότητα της μέθεξης μ' αυτή την τριαδική ύπαρξη: όντας πρόσωπο κεκλημένο απ' το θεό και προκαλούμενο απ' αυτή την κλήση, ο Άνθρωπος υπερβαίνει ριζικά τον κόσμο, δεν είναι ένα κομμάτι της ανθρωπότητας και του σύμπαντος, αλλ' αυτά τα δυο τα φέρνει μέσα του για να τα κοινωνήσει με την αληθινή ζωή• υπερβαίνει το φυσιολογικό και ψυχολογικό εαυτό του, τη γενετική κληρονομιά του, τα υπολείμματα της προσωπικής του ιστορίας και του περιβάλλοντός του, με την ικανότητα να τα μεταμορφώνει όλα αυτά, εφ' όσον αφήσει να επενεργήσει μέσα του το φως και η δύναμη που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου... 

Απεριόριστη αποκάλυψη, που υπερβαίνει, ταυτόχρονα, την ατομική μοναξιά των δυτικών και τη διάλυση ενός απρόσωπου θείου, ενός ιεροποιημένου σύμπαντος, των ανατολικών. Τα αχώριστα θέματα του προσώπου και της κοινωνίας (communion) έγιναν, έκτοτε, ο μυστικός υποκινητής της ιστορίας.


Ο χωρισμός της χριστιανικής Δύσης και Ανατολής, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του Μεσαίωνα, άλλαξε βαθιά το πνευματικό περιεχόμενο, όπου αναπτύχθηκε ο πολιτισμός της τεχνικής και του προσώπου. Δεν το έχουμε αρκετά προσέξει, η ανύψωση του ανθρώπινου στοιχείου που θα χαρακτηρίσει την Αναγέννηση, εγκαινιάζεται στην ανατολική χριστιανοσύνη το 12ο αιώνα, για ν' αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της λεγόμενης ενίοτε, αλλά με τρόπο υπερβολικά περιορισμένο, «αναγεννήσεως των Παλαιολόγων».

 Όσοι έχουν θαυμάσει τις πρώτες τοιχογραφίες του Μυστρά, την εις Άδου κάθοδο του Χριστού της Χώρας, στην Κωνσταντινούπολη, ή περισσότερο τις εικόνες, με τη βασιλική τρυφερότητα, των σέρβικων μοναστηριών, προπάντων το Χριστό της Κοιμήσεως, στη Σοπότσανι, ή ακόμη, στη Ρωσία, τα έργα του Θεοφάνη του Έλληνα και του Αντρέα Ρουμπλιώφ, αυτοί μένουν ανάστατοι από την ανάληψη του γήινου στοιχείου, με τις θύελλές του, τα παιγνίδια του, τις ομορφιές του, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Γιατί το Βυζάντιο επεξεργαζόταν τότε τη θεολογία των θείων ενεργειών, που αναβλύζουν από τον Αναστάντα, για να συντρίψουν τον κόσμο που σφραγίζει ο θάνατος, και να διαπεράσουν, πραγματικά, το ανθρώπινο σώμα, τη σάρκα της γης, τα πολιτισμικά έργα.


Το Βυζάντιο, λοιπόν, δολοφονήθηκε από τη διπλή έφοδο της λατινικής Δύσης και της μουσουλμανικής Ανατολής: δηλαδή, για να το σχηματοποιήσουμε στο έπακρο, από την έφοδο ενός κόσμου, όπου το ανθρώπινο στοιχείο πήγαινε να γίνει, μαζικά, απρόσιτο στο θείο, και ενός κόσμου, όπου το θείο στοιχείο παρέμενε, μαζικά, απρόσιτο στο ανθρώπινο.
Δεν πρόκειται εδώ ν' αρνηθούμε τη βαθιά χριστιανική ζωή, που συνεχίστηκε στη Δύση ανάμεσα σε ρήξεις και τραγωδίες (ας σκεφθούμε τη Μεταρρύθμιση, μετέπειτα τη γέννηση της εκκοσμικευμένης κοινωνίας), ούτε την εμπειρία του φωτός και της θείας ευφροσύνης, όπου έφτασαν τόσοι δυτικοί μυστικοί.

 Όμως είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί ο δυτικός χριστιανισμός, μολονότι ρίχτηκε με ορμή στη νέα επιστήμη και τεχνική, δεν μπόρεσε να τις φωτίσει, κυρίως, να τις προσανατολίσει. Προχωρώ εδώ στην υπόθεση πως αυτή η ανικανότητα οφείλεται στην αγνοία των θείων ενεργειών. Μεταφερμένη —όχι χωρίς σημασία— στη Δύση από το Ισλάμ, δηλαδή από έναν πνευματικό κόσμο που αγνοεί την ενανθρώπηση, η ουσιοκρατία του Αριστοτέλη, που περικλείνει τα οντά και τα πράγματα μέσα στην ατομική τους ουσία, σχεδόν απαγόρεψε τη σκέψη στην κοινωνία των ανθρώπων με το Θεό και μεταξύ των ανθρώπων με όρους πραγματικής μετοχής.

 Η σχέση του κτιστού με το άκτιστο δεν είναι πια εφικτή διαφάνεια, αλλά μονάχα αιτιοκρατία. Αν η ίδια η σύσταση του κτιστού δεν γεννάται πια απ' τη θεϊκή του διαφάνεια, τότε είναι απομονωμένη, καταντά μια «φύση» ουδέτερη, με τους μηχανισμούς της που εξαρτώνται από μόνη την ανθρώπινη λογική. Δεν πλανήθηκαν σ'αυτό το σημείο οι φραγκισκανοί, οι οποίοι είδαν στο θρίαμβο της αριστοτελικής γνώσεως την άρνηση του Άσματος των δημιουργημάτων.


Ο άγιος Θωμάς ο Ακυνάτης, πολύ πιο κοντά στην πατερική παράδοση απ' ό,τι υποστηρίχθηκε, εμπόδισε μερικά τούτη την τάση, η οποία όμως επικρατεί με τους διαδόχους του και ο χριστιανισμός τείνει άλλοτε σ' έναν περιθωριακό ευσεβισμό, άλλοτε σε μιαν ηθική πού θέλει να κυριαρχήσει σ' έναν κόσμο φαινομενικά «ουδέτερο». Η μυστική εμπειρία, χωρισμένη από το θεολογικό στοχασμό, δεν γονιμοποίησε πια τη χριστιανική σκέψη και έμεινε στο περιθώριο. Στη νεώτερη εποχή, μονάχα η τέχνη δεν έπαψε ν' αναζητεί μια διαφορετική γνώση, ίσως παραδεισιακή. 

Η τέχνη όμως, χωρίς νάχει τις ρίζες της στο ιερό, κατάντησε διασκέδαση ή μαράθηκε μέσα στην αγωνία, την αυτοκαταστροφή και την παραφροσύνη. Η τεχνική, εξυπαρχής, πέτυχε να ξεγεννήσει το άτομο έξω από τη μητέρα-γή, αλλά, στερημένη από πνευματικότητα, παραδόθηκε στη βούληση της εξουσίας και του κέρδους. Τα πάντα φάνηκαν δυνατά στο δημιουργό άνθρωπο, που υποστήριξε πως θα χτίσει τη μοίρα του, χτίζοντας το σύμπαν. Θέλησε να γίνει βασιλέας χωρίς νάναι ιερέας. Η «Βίβλος του κόσμου» έκλεισε. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι ουδέτερο, ούτε η φύση ούτε η λογική.

 Η γη, εφ' όσον δεν μεταμορφώνεται, παραμορφώνεται. Ο άγιος Μποναβεντούρα εξέφραζε την παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας, όταν έγραφε ότι τα πράγματα συνιστούν ένα είδος γλώσσας και ότι το σύμπαν ολόκληρο είναι το βιβλίο, όπου διαβάζουμε, παντού, την Τριάδα. Η βαθμιαία εξάλειψη (ποτέ ολοκληρωτική, είν' αλήθεια, οι μοναχοί κυρίως κράτησαν το μυστικό) της θεολογίας του Μποναβεντούρα προς όφελος μιας αριστοτελικής προσεγγίσεως, όπου η λογική περισσότερο χρησιμοποιείται παρά φωτίζεται από την πίστη, αυτή η εξάλειψη σημαδεύει σήμερα ακόμη τη μοίρα του δυτικού χριστιανισμού.


Ταυτόχρονα, εξαλείφθηκε και η ιδέα της πραγματικής «συνουσιαστικότητας» όλων των ανθρώπων —«αλλήλων μέλη»— μέσα στο Σώμα του Χριστού. Παρά την προσπάθεια του αγίου Θωμά του Ακυνάτη να διακρίνει το υπαρκτικό είναι «υπόσταση» (προσθήκη του μεταφραστή) από την ουσία, η σχολαστική φιλοσοφία επανέλαβε το φιλοσοφικό ορισμό του προσώπου ως ατόμου —ουσίας επιμερισμένης— μιας λογικής φύσεως. Έτσι, η κοινωνία των προσώπων κατάντησε ηθική καθαρά ομοφωνία, ομοιότητα και όχι πια ταυτότητα του όντος. Το πρόσωπο δεν είναι πλέον το απόλυτο, που περιέχει το όλον της ανθρωπότητας και του σύμπαντος και του δίνει τη μορφή του, αλλά ένα τμήμα της ανθρωπότητας, Ένα άτομο, το οποίο χαρακτηρίζουν οι πιο υψηλές ικανότητες της φύσεώς του, η γνώση και η βούληση (αν και αυτή η γνώση είναι ολότελα παράγωγο των αισθήσεων). Οι έννοιες της «ψυχής» και της «καρδιάς», μόνες μέσα στο μυστικισμό, διατήρησαν την αρχέγονη αντίληψη της «εικόνας του Θεού».


Έτσι περάσαμε από το πνευματικό πρόσωπο που περιέχει τον κόσμο, στο άτομο που ο κόσμος περιέχει και επεξηγεί. Και, βέβαια, η νεώτερη Δύση ανδρώθηκε μ' ένα πλήθος ατομικών πρωτοβουλιών, οι οποίες λίγο κατ' ολίγο κυριαρχήθηκαν και ηθοποιήθηκαν από τις διαδοχικές αποσαφηνίσεις «των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Αλλά τα «δικαιώματα του ανθρώπου», για πολύ χρόνο αντιτασσόμενα στα «δικαιώματα του Θεού», τα οποία η Ρώμη υπεράσπιζε με άγρια μεγαλοπρέπεια, σιγά-σιγά αποδυναμώθηκαν: το εγώ (βιολογικό, κοινωνιολογικό, ψυχολογικό) εξαρθρώνεται, εφ' όσον δεν αναπλάθεται από το κατ' εικόνα Θεού πνευματικό πρόσωπο.


Η κοινωνία εκφράζεται στην αντινομία του όντος και των προσώπων, της ενότητας και της διαφοράς. Οι δύο πόλοι της αντινομίας άρχισαν να διαχωρίζονται στη Δύση, όταν η ρήξη με την Ανατολή κατέστησε αναπόφευκτες τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση. Έκτοτε, οι δύο πόλοι δεν έπαψαν ν' αντιτίθενται ανάμεσα στις δυτικές ιδεολογίες: αναρχία ενάντια στον αυταρχικό σοσιαλισμό, τονισμός του μερικού (ο εθνικισμός, υστέρα ο φασισμός) ενάντια σ' ένα αφηρημένο κίνημα παγκοσμιότητας (ο ουμανισμός, ύστερα ο κομμουνισμός), η έκρηξη της αριστεράς ενάντια στη σταλινική απολίθωση, ο ατομικισμός της «Δύσης» ενάντια στο «χαρακτηριστικό άνθρωπο της Ανατολής».


Η πέμπτη οικουμενική σύνοδος —ακόμη ως σήμερα σχεδόν άγνωστη στη Δύση— ξαναθύμισε πως ο ίδιος ο Θεός «υπέμεινε τον θάνατον σαρκί». Είναι ο ενανθρωπήσας Λόγος, «το Εν της Αγίας Τριάδος», ο οποίος, πάνω στο σταυρό, γνωρίζει ανθρωπινά την αγωνία της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Τέτοιος είναι ο «μανικός έρως» του Θεού για μας, έρως που για τους Έλληνες Πατέρες, είναι ο μοναδικός τρόπος να μεταπείσει την ελευθερία μας χωρίς να την εξαναγκάσει, συνεπώς χωρίς να την καταργήσει. Η δημιουργία του ανθρώπου προϋποθέτει μια κάποια υποχώρηση του Θεού, του οποίου η παντοδυναμία εκφράζεται στην εκούσια αδυναμία της αγάπης. Χρειάζεται η παντοδυναμία ενός άλλου, όχι ενός κατοπτρισμού... Χρειάζεται μια μυστηριώδης αδυναμία, για να παραχωρήσει σ' αυτό το άλλο το χώρο της ελευθερίας του.


Η χριστιανική Δύση δίστασε τραγικά να πάρει απόφαση σ' αυτό το σημείο. Βέβαια, δεν υπολογίζουμε εδώ τις στερεές μυστικές παραδόσεις, που ανακεφαλαιώνουν ικανοποιητικά έναν Άγγελο Σιλέσιο, ο οποίος αρνιόταν κάθε προορισμό και δεχόταν ότι η χάρις προσφέρεται σε όλους, ακόμη και στους δαίμονες, και ότι το μοναδικό αμάρτημα είναι η λατρεία του εγώ. Βέβαια, στον εικοστόν αιώνα, όλα περιστρέφονται ακόμη —όχι χωρίς την παρεμβολή της ορθόδοξης μαρτυρίας— γύρω από την Ζαν ντ' Αρκ του Πεγκύ και τα «Γράμματα από τη Φυλακή» του Μπόνχαϊφερ. Παρ' όλα αυτά, η δυτική θεολογία, πολύ συχνά, αγνόησε τον εκούσιο περιορισμό της θείας παντοδυναμίας και της προσέδωσε μιαν απάνθρωπη υπερανθρωπινότητα. 

Εξ αιτίας αυτού, η ατέλειωτη φιλονεικία για την ελευθερία και τη χάρη, η θεολογία του προορισμού, ο οποίος εμφανίζεται μετριασμένος, αλλά παρών, στον άγιο Αυγουστίνο και τον άγιο Θωμά και φτάνει στο κατακόρυφο με τη Μεταρρύθμιση: κάθε άνθρωπος, έλεγε ο Θεόδωρος Ντεμπέζ, λαβαίνει κατά τη γέννησή του μια επιστολή σφραγισμένη• θα την ανοίξει ενώπιον του θρόνου του Θεού• τότε θα μπορέσει να διαβάσει αν είναι σωσμένος ή καταδικασμένος.


Είμαστε μακριά, εδώ, από την προσευχή υπέρ της του κόσμου σωτηρίας, που μαρτυρείται αδιάκοπα από τους μεγαλύτερους πνευματικούς πατέρες της Ανατολής. Ο Μέγας Αντώνιος, ο πατέρας των μοναχών, εστάλη κάποια μέρα από το Χριστό σ' έναν παπουτσή της Αλεξάνδρειας να μάθει γράμματα. Ο παπουτσής, αρχικά διστακτικός, τελικά συγκατένευσε: «Ίσως νάναι έτσι... Βλέπω τόσους ανθρώπους να περνούν. Και προσεύχομαι: Μακάρι να σωθούν όλοι, μόνον εγώ είμαι άξιος απωλείας...».


Στη Γαλλία, θα χρειαστεί η έννοια του σοσιαλισμού προς ένωση των ανθρώπων, για να βεβαιώσουν, για άλλη μια φορά, ένας Ουγκώ, κυρίως ένας Πεγκύ, πως η σωτηρία ταυτίζεται μ' αυτή την ένωση. Η πρώτη γραφή της Ζαν ντ' Άρκ είναι μια σοσιαλιστική μαρτυρία. Απ' αυτήν έρχεται, στην τελική μορφή του έργου, η επίκληση προς όλους τους αγίους να μεσιτεύσουν υπέρ των κολασμένων.


Από αυτή την αντίληψη ενός Θεού ενάντια στον άνθρωπο γεννήθηκε η στάση του ανθρώπου ενάντια στο Θεό. Το νεωτερικό επαναστατικό πνεύμα διαπιστώνει πως ο «θεός» της σμικρύνεται σε κάποια διάσταση αυτού του κόσμου: προβολή της πάλης των τάξεων, στον Μαρξ, της αδυναμίας και της μνησικακίας, στο Νίτσε, της αποτυχίας στο σεξ, στον Φρόϋντ. Γνώσεις και τεχνικές εφαρμογές δημιουργούνται στην πολιτική, την ιατρική ή την ψυχολογία, για να εξαφανίσουν τη θεμελιακή αγωνία, να σμικρύνουν τις ολέθριες συνέπειες της τύχης και της ανάγκης.

 Αν δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός απ' αυτόν εδώ τον κόσμο, τότε μια, έτσι θεωρούμενη, γνώση όλων των νόμων του δικαιώνει τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αν δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την τέρψη των αισθήσεων, τότε πρέπει να παράγουμε προϊόντα και να τα καταναλίσκουμε ως τη στερνή ευθανασία. Ο Σολζενίτσυν δεν αστειευόταν όταν έλεγε πως ο πληθωρισμός δεν έχει άλλη αιτία παρά την αμαρτία.


Η μεγαλύτερη από τις οικουμενικές συνόδους υπήρξε, ίσως, η σύνοδος της Χαλκηδόνας, το 453, στην ανατολική όχθη του Βοσπόρου, αυτού του θαλάσσιου ρεύματος, όπου συναντώνται η Ευρώπη και η Ασία. Η σύνοδος της Χαλκηδόνας καθιέρωσε την ένωση εν Χριστώ του θείου και του ανθρώπινου αχωρίστως και ασυγχύτως.


Έτσι, φαίνεται, ότι ο χριστιανισμός, το 19ο αιώνα, ευρύτατα ευσεβιστικός και ηθικολογικός, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, λησμόνησε το δόγμα της Χαλκηδόνας. Ο Φόϋερμπαχ, τον οποίο ο Μαρξ ακολούθησε σ' αυτό το σημείο, υποστήριξε πως «θεός» είναι το καλύτερο μέρος του ανθρώπου, το οποίο ο δεύτερος, από αδυναμία, προβάλλει σ' έναν φανταστικό ουρανό.

 Έτσι αποδείκνυε την έλλειψη, στο χριστιανισμό των χρόνων του, επικλήσεως για θέωση. Οι δύο όροι του πατερικού δόγματος, βαθύτατα χαλκηδονιακοί, (Θεός γενόμενος άνθρωπος, άνθρωπος γενόμενος Θεός— δηλαδή ολότελα άνθρωπος στην ένωση του με το Θεό) βρίσκονται, έκτοτε, σε μονομαχία. 

Είναι η μονομαχία που περιέγραψε ο Ντοστογιέφσκυ, του αντίχριστου ανθρώπου - θεού, ενάντια στο φιλόχριστο θεωμένον άνθρωπο. Η Χαλκηδόνα έχει λησμονηθεί, ο Χριστός έχει ξανασταυρωθεί.
Ο δυτικός ορθολογισμός θριαμβεύει σήμερα. Οι τεχνικές εφαρμογές και οι ιδεολογίες τον εξάπλωσαν σε όλη τη γη. Εξάρθρωσε τους παλαιούς πολιτισμούς, οι άνθρωποί τους ζητούν απ' αυτόν το «ευ είναι» και την ελευθερία.

 Ωστόσο, για να επαναλάβουμε τη φράση του Μάξιμου του Ομολογητή, τι σημαίνει «ευ είναι», που δεν μπορεί ν' αποβεί «αεί είναι»; Και τι είναι μια τέτοια ελευθερία, που προέρχεται από τόσες «χειραφετήσεις», παρά παράδοση στα ένστιχτα και τα πάθη, για να ξεγελάσει κανείς την αγωνία; Ίσως ο χωρισμός του «ευ είναι» από το «αεί είναι», ίσως η περιπλάνηση μιας κενής ελευθερίας ν' ανακαλούν μέσα μας την αληθινή συνείδηση της μοίρας μας.
Η Δύση θέτει την ανθρωπότητα μπροστά στα έσχατα προβλήματα. Ο άνθρωπος, σήμερα, γίνεται όλος ένα πρόβλημα.

Μετάφραση: Πάνος Λιαλιάτσης, Από περιοδικό «ΕΠΟΠΤΕΙΑ», τεύχος 46 / 1980





αιχμεσ